Άκυρη η διαθήκη εάν έχει
ανήθικες διατάξεις
Του
Χρήστου Ηλιόπουλου*
26 Δεκεμβρίου 2008
Μία διαθήκη για να ισχύσει στην Ελλάδα θα πρέπει
να έχει συνταχθεί με έναν εκ των τριών τρόπων που ορίζει το ελληνικό δίκαιο,
δηλαδή ως ιδιόγραφη, ή ως μυστική ή, τέλος, ως δημόσια διαθήκη, συνταχθείσα σε
συμβολαιογράφο στην Ελλάδα.
Μία διαθήκη ισχύει ωστόσο στην Ελλάδα και αν
έχει συνταχθεί σε μία άλλη χώρα, εκτός Ελλάδος, εφόσον έχει συνταχθεί κατά το
δίκαιο της χώρας αυτής και εφόσον δεν έρχεται σε αντίθεση με βασικές διατάξεις
του ελληνικού δικαίου. Επί παραδείγματι, διαθήκη δύο προσώπων δεν μπορεί να
ισχύσει στην Ελλάδα, ενώ σε κάποιες χώρες του εξωτερικού μπορεί κάτι τέτοιο να
είναι εφικτό.
Μία διαθήκη, είτε συνετάγη στην Ελλάδα, είτε στο
εξωτερικό, για να ισχύσει στην Ελλάδα, να εφαρμοσθεί και έτσι τα περιουσιακά
στοιχεία να εγγραφούν στο όνομα των κληρονόμων, θα πρέπει να μην παραβιάζει το
ελληνικό δίκαιο, δηλαδή θα πρέπει μεταξύ άλλων να μην είναι αντίθετη στα χρηστά
ήθη. Εάν μία διάταξη διαθήκης είναι αντίθετη στα χρηστά ήθη, είναι άκυρη και μη
εφαρμοστέα.
Τι είναι όμως αντίθετο στα χρηστά ήθη; Το
ερώτημα αυτό δεν είναι πάντοτε εύκολο να απαντηθεί, διότι δεν έχουν όλοι οι
άνθρωποι τις ίδιες απόψεις περί ηθικής και περί του τι είναι ηθικό και τι
ανήθικο.
Ο Άρειος Πάγος στην υπ’ αριθ. 981/2006 απόφασή
του έκρινε ότι «ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύει το περί ηθικής
συναίσθημα του κατά γενική αντίληψη χρηστού, έμφρονος και υγιώς σκεπτομένου
κοινωνικού ανθρώπου και για την κρίση περί της αντιθέσεως της διατάξεως
τελευταίας βουλήσεως στα χρηστά ήθη λαμβάνεται υπόψη το περιεχόμενο και τα
αποτελέσματα της διατάξεως, τα αίτια που ώθησαν τον διαθέτη, ο σκοπός που αυτός
επεδίωκε και γενικά το σύνολο των περιστάσεων και συνθηκών που συνοδεύουν την
διάταξη».
Είναι προφανές ότι εάν σε μία διαθήκη υπήρχε η
διάταξη που έλεγε ότι ο διαθέτης αφήνει το σπίτι του σε εκείνο από τα παιδιά του
που θα σκοτώσει τον γείτονα με τον οποίο έχει ο διαθέτης μακροχρόνια δικαστική
διαμάχη, ή σε εκείνο από τα παιδιά του που θα γίνει ο καλύτερος χαρτοπαίκτης, η
διάταξη αυτή θα ήταν άκυρη ως αντιβαίνουσα προς τα χρηστά ήθη και δεν θα
μπορούσε να ισχύσει.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση το δικαστήριο έπρεπε
να κρίνει εάν ήταν έγκυρη διαθήκη με την οποία ο διαθέτης άφηνε ένα περιουσιακό
του στοιχείο σε κάποιο πρόσωπο, με το οποίο συζούσε και είχε ερωτικές σχέσεις,
χωρίς όμως να είναι παντρεμένοι.
Ο Άρειος Πάγος διέλαβε στην απόφασή του τα εξής:
«Η με διάταξη τελευταίας βούλησης κατάλειψη περιουσίας σε πρόσωπο, με το οποίο ο
διαθέτης συζούσε με σχέση παλλακείας, ή είχε σαρκικές σχέσεις, το οποίο εκείνος
όντας ομοφυλόφιλος, είχε ως ερωτικό του σύντροφο, δεν έχει από μόνη της
περιεχόμενο αντικείμενο στα χρηστά ήθη, εκτός εάν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η
τελευταία διάταξη, από τον τρόπο που έγινε συνιστά εκδήλωση αδικαιολόγητης
περιφρόνησης προς εγγύτατα πρόσωπα της νόμιμης οικογένειας του διαθέτη, στην
οποία περιλαμβάνονται και οι αδελφοί εκείνου καθώς και εάν η ίδια διάταξη
αποτελεί με τον τρόπο εκδήλωσής της πλήρη ευτελισμό της αξίας του ανθρώπου ή
είδος εμπορίας του ανθρώπινου σώματος».
. *Ο
Χρήστος Ηλιόπουλος είναι
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,
Master of Laws.
e-mail:
bm-bioxoi@otenet.gr