Η προθεσμία της εφέσεως στην Ελλάδα

 

Του Χρήστου Ηλιόπουλου*

 

Το δικαστικό σύστημα μίας χώρας δεν είναι δίκαιο, εάν δεν προβλέπει την δυνατότητα στον διάδικο που έχασε την δίκη στο πρώτο δικαστήριο να ασκήσει έφεση σε ανώτερο δικαστήριο, επικαλούμενος λάθη (κατά την γνώμη του) της πρωτοδίκου αποφάσεως. Διάδικοι που κερδίζουν στο πρώτο δικαστήριο συχνά μου παραπονούνται επειδή πρέπει να περιμένουν πολλούς μήνες μέχρι να δικασθεί η έφεση του αντιδίκου. Τους απαντώ με την προτροπή να σκεφθούν πώς θα ένοιωθαν εάν έχαναν αυτοί την πρώτη δίκη και μάθαιναν ότι δεν έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν έφεση και ότι δεν μπορούν να υποστηρίξουν ότι το πρώτο δικαστήριο έκανε λάθος.

Έφεση κατά μίας πρωτοδίκου αποφάσεως δεν μπορεί να ασκηθεί οποιαδήποτε χρονική στιγμή. Υπάρχει ειδική προθεσμία εντός της οποίας ο διάδικος που ηττήθηκε δύναται να ασκήσει έφεση. Εάν δεν το πράξει εντός της προθεσμίας, τότε χάνει το δικαίωμα της εφέσεως, επομένως η πρωτόδικη απόφαση καθίσταται τελεσίδικος και εκτελεστή.

Υπάρχουν πολλές διαφορετικές διαδικασίες στην Ελλάδα, οι οποίες δεν προβλέπουν την ίδια προθεσμία εφέσεως. Η βασική, όμως, προθεσμία εφέσεως στις αστικές/πολιτικές δίκες είναι τριάντα ημέρες από την ημερομηνία στην οποία ο αντίδικος (εκείνος που κέρδισε την πρώτη δίκη) επέδωσε στο ηττηθέντα διάδικο την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Μερικές φορές όμως κατ’ εξαίρεσιν, όπως στις μισθωτικές διαφορές, η προθεσμία της εφέσεως είναι μόνο δεκαπέντε ημέρες για τους κατοίκους Ελλάδος και τριάντα ημέρες για τους κατοίκους εξωτερικού.

Συνεπώς, κάθε διάδικος που ηττάται πρωτοδίκως πρέπει να γνωρίζει ότι εάν ο αντίδικος του στείλει τον δικαστικό επιμελητή και του επιδώσει την πρωτόδικη απόφαση, πρέπει αμέσως να δώσει την απόφαση αυτή στον δικηγόρο του, ώστε μαζί να αποφασίσουν εάν θα ασκήσουν έφεση εντός των επομένων τριάντα (ή δεκαπέντε) ημερών. Σημειώνεται ότι μετράνε και τα Σαββατοκύριακα, δηλ. οι ημέρες είναι ημερολογιακές και όχι μόνο εργάσιμες.

Εάν ο ηττηθείς διάδικος διαμένει εκτός Ελλάδος, τότε ο νόμος του παρέχει μεγαλύτερη προθεσμία να ασκήσει έφεση. Η προθεσμία εφέσεως για τον διάδικο που μένει στο εξωτερικό είναι κατά κανόνα εξήντα ημέρες από τότε που ο αντίδικός του έστειλε τον δικαστικό επιμελητή και του επέδωσε την πρωτόδικη απόφαση.

Τί γινεται στην περίπτωση κατά την οποία κανένας από τους δύο διαδίκους δεν επιδίδει την απόφαση στον άλλον; Μπορεί η προθεσμία της εφέσεως να παρατείνεται επ’ άπειρον στον μέλλον; Η απάντηση είναι, όχι. Εάν η πρωτόδικος απόφαση δεν επιδοθεί, τότε η προθεσμία της εφέσεως είναι τρία έτη, που αρχίζουν από την ημέρα κατά την οποία το δικαστήριο δημοσίευσε την πρωτόδικο απόφασή του.

Εάν επί παραδείγματι, το Πρωτοδικείο δημοσίευσε την απόφασή του στις 15-4-2007 και ουδείς εκ των αντιδίκων επέδωσε την απόφαση στον άλλο αντίδικο, η προθεσμία της εφέσεως είναι τριετής και λήγει με την συμπλήρωση τριών ετών μετά την 15-4-2007. Ακόμα και εάν ο αντίδικος επιδώσει την απόφαση μετά την πάροδο των τριών ετών στον άλλο διάδικο, η προθεμσία της εφέσεως δεν ξαναρχίζει, αλλά θεωρείται ότι έχει παρέλεθει οριστικώς. Έτσι έκρινε η υπ’ αριθ. 106/2006 απόφαση του Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου.

Ιδιαίτερης προσοχής χρήζει το γεγονός ότι διαφορετικές προθεσμίες εφέσεως προβλέπει η ελληνική νομοθεσία στις ποινικές υποθέσεις, αλλά και στις διοικητικές υποθέσεις.

Στο ποινικό δίκαιο, (criminal, penal law), η βασική προθεσμία της εφέσεως είναι δέκα μόλις ημέρες από την δημοσίευση της αποφάσεως. Υπάρχουν και άλλες προθεσμίες εφέσεως στο ποινικό δίκαιο, καλό όμως είναι ο κάθε ενδιαφερόμενος να συμβουλεύεται χωρίς την παραμικρή καθυστέρηση δικηγόρο στην Ελλάδα, για να τον ενημερώσει για τα δικαιώματά του, καθώς η άσκηση εμπροθέσμου εφέσεως μπορεί να γλυτώσει τον διάδικο από φυλάκιση, από την καταβολή σημαντικών χρηματικών ποσών, αλλά και από την καταγραφή στο ποινικό του μητρώο καταδικαστικών αποφάσεων.

Στο διοικητικό δίκαιο, δηλαδή στις σχέσεις των πολιτών με το κράτος και τις διάφορες διοικητικές αρχές, (υπόθέσεις στο Διοικητικό Πρωτοδικείο, Διοικητικό Εφετείο, Συμβούλιο της Επικρατείας) ισχύουν παρόμοιες προθεσμίες εφέσεως, που όμως είναι διαφορετικές σε κάθε ειδική περίπτωση και γι’ αυτόν πρέπει να καταβάλλεται ιδιαίτερη προσοχή και επιμέλεια από τον διάδικο που πρέπει να σπεύδει να συνεργασθεί με δικηγόρο για να μάθει τα δικαιώματά του.       

 

    Χρήστος Ηλιόπουλος είναι

Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,

Master of Laws.

e-mail: bm-bioxoi@otenet.gr