Στο Εφετείο δεν χειροτερεύει η θέση του κατηγορουμένου

 

Του Χρήστου Ηλιόπουλου*

 

           4 Αυγούστου 2009

 

Στο ποινικό δίκαιο, όπως άλλωστε σε κάθε άλλο τομέα του δικαίου, υπάρχουν ορισμένες θεμελιώδεις αρχές που δεν επιδέχονται αμφισβήτηση και η παραβίαση των οποίων συνιστά νομικό σφάλμα της δικαστικής απόφασης. Η αρχή επί παραδείγματι nullum crimen sine lege praevia, scripta, stricta et certa αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες της ποινικής δικαιοσύνης. Η αρχή αυτή ορίζει ότι δεν μπορεί να υπάρξει καταδίκη για έγκλημα εάν δεν υπάρχει συγκεκριμένος νόμος που να προβλέπει το αδίκημα, νόμος που να ισχύει πριν την τέλεση της πράξης από τον κατηγορούμενο, νόμος σαφής και ειδικός που να περιγράφει το αδίκημα και όχι μία γενικόλογη και αόριστη διάταξη που να περιλαμβάνει πολλές πράξεις, αλλά και νόμος που να έχει διατυπωθεί γραπτώς.

Μία τέτοια, θεμελιώδης, αρχή του δικαίου είναι και ότι ο κατηγορούμενος που ασκεί έφεση σε ανώτερο δικαστήριο κατά μίας αποφάσεως που τον κατεδίκασε σε πρώτο βαθμό, δεν μπορεί να καταδικασθεί σε ποινή από το Εφετείο βαρύτερη από εκείνη, στην οποία καταδικάσθηκε πρωτοδίκως. Δηλαδή, δεν μπορεί να χειροτερεύσει η θέση του κατηγορουμένου στην κατ’ εφεσιν δίκη.

Μία τέτοια περίπτωση έκρινε ο Άρειος Πάγος με την υπ’ αριθ. 1232/2006 απόφαση του Στ’ Τμήματός του. Στην υπόθεση αυτή ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο α) για αγορά, κατοχή και πώληση ναρκωτικών, κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια, αλλά και για χρήση ναρκωτικών ουσιών σε δεκαετή κάθειρξη, ενώ β) για παράνομη κατοχή όπλου και πυρομαχικών καταδικάσθηκε σε φυλάκιση 18 μηνών. Το δικαστήριο μετέτρεψε την δεύτερη αυτή ποινή των 18 μηνών προς 1.500 δρχ. την ημέρα, δηλαδή ο καταδικασθείς μπορούσε να εξαγοράσει την ποινή των 18 μηνών φυλακίσεως, εάν κατέβαλε 1.500 δρχ. την ημέρα. (Στην πράξη, με τις προσαυξήσεις, το ποσό φθάνει τελικώς στο διπλάσιο). 

Το γεγονός ότι το δικαστήριο επέτρεψε την μετατροπή της μικρότερης ποινής (των 18 μηνών) σε χρηματική θεωρείται ως ευεργέτημα από το δικαστήριο, αφού παρέχεται η δυνατότητα στον καταδικασθέντα να πληρώσει για να μην πάει φυλακή.

Ο κατηγορούμενος άσκησε έφεση κατά της πρωτοδίκου καταδικαστικής αποφάσεως και η υπόθεση εκδικάσθηκε σε δεύτερο βαθμό από το Πενταμελές Εφετείο. Το Εφετείο κατεδικάσε εκ νέου τον κατηγορούμενο για το κακούργημα σε δεκαετή κάθειρξη και για τις πλημμεληματικές (ελαφρύτερης βαρύτητος εν σχέσει προς το κακούργημα) πράξεις του επέβαλε φυλάκιση 12 αντί για 18 μηνών που του είχε επιβληθεί πρωτοδίκως. Ωστόσο, το Εφετείο δεν μετέτρεψε την φυλάκιση των 12 μηνών σε χρηματική, αλλά προχώρησε σε συγχώνευση των δύο ποινών, δηλ. της κάθειρξης των 10 ετών και της φυλάκισης του ενός έτους, σε μία συνολική ποινή 10 ετών και 6 μηνών.

Το γεγονός ότι το Εφετείο δεν μετέτρεψε την ποινή της φυλακίσεως σε χρηματική, όπως είχε κάνει το πρωτοδίκως δικάσαν δικαστήριο, θεωρείται ότι επιβάρυνε την θέση του κατηγορουμένου στην κατ’ εφεσιν δίκη, κάτι που παραβιάζει την βασική αρχή ότι η θέση του κατηγορουμένου δεν μπορεί να χειροτερεύσει στο Εφετείο. Την κρίση αυτή εξέφρασε ο Άρειος Πάγος, στον οποίο προσέφυγε ο κατηγορούμενος με αναίρεση. Η απόφαση του Εφετείου επομένως αναιρέθηκε εν μέρει, επειδή χειροτέρευσε την θέση του κατηγορουμένου και για τον λόγον αυτό η υπόθεση ανεπέμφθη από τον Άρειο Πάγο στο Εφετείο για να δικασθεί εκ νέου από άλλους δικαστές από εκείνους που είχαν δικάσει την πρώτη φορά.       

    .                 *Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι

Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω,

Master of Laws.

bm-bioxoi@otenet.gr

ktimatologiolaw@yahoo.gr